Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Ζωντανος Νεκρος

Έξω γίνεται χαμός. Η βροχή δέρνει με πάθος τα σπίτια, ο άνεμος φυσάει να ξεριζώσει τον πλανήτη και εγώ καθηλωμένος στο καροτσάκι.
Ένα μήνα στην εντατική είδα πολλά. Μάλλον ένοιωσα πολλά. Ο χάρος ανάπνεε πάνω στο σβέρκο μου και περίμενε να με ξαμοναχιάσει για να με πάρει. Δεν με άφησε στιγμή μόνο μου εκείνη όμως.
Την άκουγα να κλαίει και ας λέγανε ότι ήμουνα σε κόμα.
Τα νεύρα μου δεν πήγεναν καλά ταιλευταία και η καρδιά μου με πρόδωσε. Και να ταν και η πρώτη φορά να πω στον διάολο.
Ήθελα να ζήσω γιατί είχα μια υπόθεση να εκρεμεί. Μέσα απο τοα παιδιά μου είχα ανακαλύψει τοσες κρυφές ομορφιές, τόσες κρυφές ελπίδες.
Με επαναφέραν με ηλεκτροσοκ.
Αν ήξερα πως τα σκοτώσανε δεν θα συνερχόμουνα. Γιατί η μοναδική αληθινή πρόταση των γιατρών είναι ότι για να ζήσεις πρέπει να το θελήσεις. Και εγώ το ήθελα πολύ. Αλλά δεν ήξερα.
Δεν ήξερα πως τα σκότωσαν.
Τώρα πια δεν βρήσκω ούτε μισό λόγο για να ζήσω.
Ζωντανός Νεκρος μέσα στην απόλυτη σιγή.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Απέραντη Θλίψη

Το ήξερα πως θα ερχότανε και αυτό.. Αλλά δεν ήξερα πόσο θα με επηρέαζε. Ο κόσμος είναι μικρός και αναπόφευκτα συναντάς ότι αποφεύγεις μπροστά σου, είτε αργά είτε γρήγορα. Τώρα αν πως στο ένοιωθα σίγουρα θα ακουστεί γραφικό, αλλά η αλήθεια ναι το ένοιωθα έντονα αυτές τις μέρες. Γιαυτό και μου ερχόταν και στο μυαλό ξεκάρφωτα και δειλά , σαν να με προειδοποιούσε.



Σιχαίνομαι τους γάμους. Κανείς δε φαντάζεται πόσο. Ακόμα και στον δικό μου με το ζόρι πήγα. Μετά βέβαια μου βγήκε ξινό αλλά άσχετο. Το βρίσκω σαν μια υποχρεωτική τελετή με δανεικά δώρα και υποσχέσεις. Άλλωστε ο Τερζής δεν το είπε πρώτος;

''Σου δίνω πίσω την αγάπη που μου δάνεισες''. Γενικά μου τη δίνει να νοιώθω υποχρέωση να παραστώ κάπου που δεν θέλω να είμαι. Συνάδελφος παντρευόταν. Υποχρέωση τεραστίων διαστάσεων. Τι να έκανα; Φόρεσα το καλό μου το κουστούμι και ξεκίνησα να καθαρίσω.



Η νύφη κούκλα δε λέω. Απλή λιτή χωρίς περιττά πράγματα. Φορούσε ένα όμορφο λευκό νυφικό. Μου θύμισε μια νεράιδα που είχα δει στον ύπνο μου μικρός και η μητέρα μου με έπεισε πως ήταν όργιο της φαντασίας μου. Μα θαρρώ την ξανάβλεπα και απόψε μπροστά μου. Αληθινή με σάρκα και οστά.

Χαμογέλασα. Θυμήθηκα την μέρα που παντρευόμουν πόσο όμορφη ήταν εκείνη. Την ανακαλούσα στη μνήμη μου απλά για να νοιώσω λίγη ζεστασιά. Όμορφη νέα. Αρκετά πιο νέα απο μένα. Απλή, στοργική.απλά ανθρώπινη. Με το πέπλο στα μαλλιά έμοιαζε χωρίς καμία απολύτως υπερβολή σαν μια πριγκίπισσα. Πόσο όμορφη ήταν Θεέ μου..



Ίσως όμως να μην την έφερα στο μυαλό μου όπως έπρεπε και μια δύναμη, η μοίρα ας πούμε, ήθελε να με υπενθυμίσει να μην αδικώ την πριγκίπισσα μου.

Καθόταν είδη απέναντι μου. Φορούσε ένα φόρεμα που φώτιζε τ πρόσωπό της. Ούτε που θυμάμαι χρώμα, ούτε που θυμάμαι ύφασμα. Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά της να πέφτουν στους ώμους και μια σκιά από πίσω της να την ακολουθεί.

Το ήξερα πως θα τη συναντούσα με εκείνον. Αλλά δεν ήξερα τελικά πόση ανάγκη είχα να του σπάσω τα μούτρα. Όχι γιατί μπήκε ανάμεσα μας. Απλά δεν έκανα χάζι τα μούτρα του. Καλά εντάξει και γιατί την έκλεψε. Τόσο κακό είναι; Έμεινα να τον κοιτάζω κάποια δευτερόλεπτα δαιμονισμένα, αλλά με διέκοψε ο δίπλα.

''Θες μπύρα;''

''Όχι τις έκοψα''

Μπορεί να μην είχα πια λόγο να ζω, αλλά ελπίζω πως θα υπάρξει κάποιος λόγος να ζω προσεχώς. Έχω να προστατέψω και τα παιδιά μου από τους καρχαρίες, έτσι απλά εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να κόψω τις μπύρες.

Με κοίταξε στα μάτια. Αμέσως έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα.

''Όχι πριγκίπισσα μου μην ντρέπεσαι. Εγώ φταίω που πόθησα τα νιάτα σου, που πόθησα το κορμί σου, μα πάνω από όλα πόθησα την καρδιά σου. Πως μπόρεσα να ποθήσω την καρδιά σου;''

Δεν άντεξα άλλο, απλά αποχώρισα από την αυλαία ηττημένος όπως πάντα.

Δεν ήπια όμως μπύρες.

Πήγα σπίτι, ξάπλωσα ακόμα μια νύκτα στο υπέρδιπλο κρεβάτι μου και θέλησα να αποκοιμηθώ. Αλλά πριν από αυτό έκανα μια προσευχή.

''Θεε μου αν στα αλήθεια υπάρχεις φρόντισε να είναι πάντα ευτυχισμένη, φρόντισε να είναι πάντα χαμογελαστή, και χαρούμενη τα μάτια της να λαμπιρίζουν πάντα στο σκοτάδι, να φωτίζει όλους τους καταραμένους. Τα μαλλιά της πάντα να είναι λιτά και απαλά για να αγκαλιάζουν τα κρύα μάγουλα του, τα χέρια της να είναι πάντα απαλά τον ζαλίζει μέσα στον ύπνο του και το κορμί της υγιές για να φέρει τα παιδία του στον κόσμο. Και όταν θα κλάψει εξαιτίας του φέρε την στα χέρια μου να την παρηγορήσω. Θεέ μου αν υπάρχεις πες της πως ακόμα την αγαπάω και πως θα περιμένω μια ζωή για να γυρίσει να μεγαλώσουμε μαζί τα παιδιά του.’’

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Hμέρα Τρίτη-εκπλήξεις

Σήμερα γράφω νωρίτερα από κάθε μέρα.


Έχω καλά και κακά νέα.



Με το που μπήκα στο γραφείο με κάλεσε ο διευθυντής στο γραφείο του.

Πήρα προαγωγή. Αυτό δεν το περίμενα με τίποτα στον κόσμο. Κάτι υποψιάστηκα πως έπαιζε στην ατμόσφαιρα αλλά η αλήθεια είναι πως περίμενα να μου δηλώσουν την απόλυση μου. Τις τελευταίες μέρες δεν ήμουν και ιδιαίτερα αποδοτικός στη δουλεία μου. Πήρα δυο βδομάδες άδεια για να ξεκουραστώ, ιδέα του προϊστάμενου και με το που ήρθα πίσω αρρώστησα και έλειπα πάλι από το γραφείο. Ανάβαλε όλα τα ραντεβού μου με τους πελάτες εξηγώντας τους τι μου συνέβηκε και μου είπε να μείνω και σήμερα σπίτι. Αλλά εγώ ξεροκέφαλος όπως πάντα, ήρθα. Τι να έκανα σπίτι; Φόρεσα το λασπωμένο μου κουστούμι και ήρθα στο γραφείο κουνιστός και λυγιστός.

Όταν μου ανακοίνωσε την προαγωγή, που αυτά είναι τα καλά νέα, χάρηκα. Αλλά μετά θυμήθηκα πως προαγωγή θα πει μετακόμιση. Ε, μου την έδωσε. Δεν μ αρέσουν οι μετακομίσεις αλλά το χειρότερο είναι πως δεν θα έχω οπτική πρόσβαση στου Αχχιλέα και του Σιμών.

-Κύριε Αναστασίου, θα μπορούσα να παραμείνω στο γραφείο μου πέρα από την προαγωγή μου;

-δεν καταλαβαίνω. Ξέρω πως σ αρέσει η ησυχία και ξέρω πως δεν μπορείς τις γυναικείες κουβεντούλες.

-Ε ναι.. Δε λέω. Οι κουβέντες περί κομμωτηρίων και καινούριων αξεσουάρ με κουράζουν αλλά οι κοπέλες είναι αξιόλογες και τις συμπαθώ.(ψέμα πρώτο).

-Μη μου πεις. Και δεν προτιμάς την ησυχία σου ;

-Ε.. ωραία η ησυχία δεν λέω αλλά να.. δεν μ αρέσει η μοναξιά (ψέμα δεύτερο).

- Με εντυπωσιάζεις. Γιατί είσαι 3 χρόνια υπάλληλος μου και νόμιζα σε είχα ψυχολογήσει. Όλα έδειχναν πως είσαι ο κατάλληλος για την κενή θέση που προέκυψε, πως σ αρέσει η μοναξιά και η ησυχία και κυρίως σου αρέσει η άνεση. Άρα δεν μου μένει που να υποθέσω πως, ή έπεσα έξω για σένα ,ή κάτι μου κρύβεις.

-Εγώ κύριε Αναστασίου τι να κρύψω; Απλά ξαφνικά ανακάλυψα πόσο δεμένος είμαι με το περιβάλλον.

-Καλά πήγαινε να ετοιμαστείς για τη σύσκεψη και θα σκεφτώ τι θα κάνω.

-Αλήθεια θα το σκεφτείτε;

-Μα ναι. Πήγαινε τώρα.





Ελπίδα Ελπίδα μυρίζει ελπίδα..! Η μήπως όχι;

-Καμάρια μου! Δεν θέλω να σας αποχωριστώ. Δε θέλω. Μη μου θυμώνετε μη με αποπαίρνεται. Τι να κάνω; Να αρνηθώ την προαγωγή; Ζητήστε το και θα το κάνω.

Μα βεβαία και λέω αλήθεια. Το ξέρω πως την περασμένη φορά την απαρνήθηκα αλλά αυτή τη φορά της το χρωστάω.

Καμάρια μου! Το ξέρω πως ίσως αύριο ίσως να μην είστε εδώ αλλά σας το ορκίζομαι στο λασπωμένο μου σακάκι πως θα κάνω τα πάντα να μην πάτε πουθενά!

Καμάρια μου.. Μυρίζει Ελπίδα ..Μυρίζει ελπίδα, μήπως όχι;

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Διακοπή Ημέρα Κενή

Σήμερα δεν πήγα δουλειά. Έτρεχα στους γιατρούς. Γιατί ε; Μικροπροβλήματα μωρέ. Πρέπει λέει ο γιατρός να κόψω το ποτό δεν πάει άλλο. Τί του φταίξανε οι μπυρίτσες μου θα σκάσω! Τις απαγόρευσε τέλος. Μου είπε πως αν θέλω να πίνω το βραδάκι πριν κοιμηθώ, να πίνω μόνο ένα ουισκι. Ουίσκι με πάγο. Καλό είναι δε λέω αλλα δεν καταλαμβαίνω.
-Και δε μου λες γιατρέ μου; Γιατι δηλαδή να πίνω ουίσκι και να μην πίνω μπύρες; Το ίδιο σκατό δεν είναι; Το ίδιο κακό δεν κάνουν; Και τα δύο ποτό είναι. ποτό γαμώτο μου.

Και αυτός άρχισε να μου εξηγά γιατί πρέπει να τις κόψω. Δεν άκουσα λέξη. Σκεφτόμουν τα δικά μου. Για την ακρίβεια σκεφτόμουν τον αφρό που πρέπει να αποχωριστώ της εκπηκτικής ξανθιάς μου. Αυτή η γεύση που μου άφηνει στο στόμα είναι αντικατάστατη.
Μιλάει ακόμα αυτός ρε παιδία μιλάει. ΕΕΕΕ ψιτ γιατρέ; Ρητορική ερώτηση έκανα Έλεος.
Πέρασα κλεφτά απο το γραφείο να αφήσω τα χαρτιά του γιατρού, και ξέχασα τις μπύρες μου όταν είδα τα γενναία μου παιδιά να με κοιτάνε και σήμερα στα μάτια.
-Α ρε Σιμών που να στα λέω. Με κουράσανε σήμερα παιδί μου. Δε φτάνει που με έτρεχε στο γιατρο η γειτόνισα που με είδε να λιποθυμώ τυχαία στην εξώπορτα, είχα και τον μαλάκα Α..Α..Αστο δε θα πω όνομα. Ξερεις μην μας ακούσει κανείς. Ξέρεις εσύ ποιός, να με πρίζει για τις καταχωρίσεις στο πρόγραμμα. Ασε με άνθρωπε μου υποφέρω μου κόψανε τις μπύρες δε βλέπεις που άρχισα είδη να τρέμω;
-Ε Αχχιλέα δε σου πα τα νέα. Σημερα μίλησα με κατι φίλους οικολόγους. Μάντεψε τι μου πανε. Αν δεν διερευνήσουνε το θέμα δεν πάτε πουθενά. Ναι Ναι, το ξέρω δεν το πίστευες πως θα μπορούσες να υπολογίσεις σε μένα. Μια ζωή τεμπέλης και αργόσχολος. Μάντεψε όμως ! Απο δω δε θα την κάνεις για τουλάχιστο ακόμα μια βδομάδα. Δεν είναι φανταστικό; Ακόμα μια βδομάδα καμάρι μου!
Και μη σου περάσει από το μυαλό ότι θα κόψω εγώ τις μπύρες! Μια ζωή την έχουμε παιδί μου μια μονάχα μια. Όλα τα άλλα τα έχεσα τον εαυτό μου θα λυπηθώ; Α ρε καμάρι μου! Να τώρα αν δεν ήμουν δειλός θα ερχόμουνα να σου κανα μια αγκαλιά..μα μια αγκαλιά..

Αν δεν ήμουν δειλός θα έκοβα και τις μπύρες..
Ίσως και να έτρεχα πίσω της εκίνο το φαρμακερό βράδυ..

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Mέρα Δεύτερη

Σήμερα ξύπνησα εντελώς ανάποδα. Εντελώς ανάποδα στην κυριολεξία. Τα πόδια μου ξεκουράζονταν στο μαξιλάρι, η κουβέρτα ξεκουραζόταν στο πάτωμα και εγώ να επιπλέω σε ένα υπέρδιπλο κρεβάτι μου σαν ξεκούρδιστη λεμονιά. Γιατί λέω λεμονιά αναρωτιέσαι αγαπητέ μου; Γιατί μες την πίκρα ξύπνησα. Το ξυπνητήρι άρχισε να φωνάζει 2 ώρες πριν την ώρα του και εγώ τινάχτηκα έρημος να γυρεύω τα γυαλιά μου, τις παντόφλες και όλα τα απαραίτητα που χρειάζεται ένας φυσιολογικός άνθρωπος για να περπατήσει ένα βήμα. Απορώ πως με κατατάσσω στους φυσιολογικούς ανθρώπους. Και ακόμα καλύτερα απορώ γιατί το ξυπνητήρι βρόντηξε 2 ώρες νωρίτερα!


Α ναι! Χθες αποφάσισα να αλλάξω συνθήκες ζωής. Θα έκανα γυμναστική πριν πάω στο γαμημένο γραφείο. Γιατί η αλήθεια είναι πως τα κιλάκια μου τα άρπαξα με το παραπάνω. 6 στην πραγματικότητα. Πως τα κατάφερα θα σκάσω. Μάλλον θα φταίνε οι μπύρες.



Κατάφερα να φτάσω στη δουλειά σώος και αβλαβής. Παραλίγο να τρακάρω 3 φορές. Πως δίνουνε τα διπλώματα σε άσχετους θα σκάσω.

Άνοιξα το παράθυρο και τι βλέπω;; ο Αχχιλέας και Ο Σιμών με χαιρετούσαν! Το τι χαρά πήρα μόνο η συνάδελφος απέναντι θα ξέρει. Τι να έγινε; Άλλαξαν γνώμη; Ή τους δίνουν παράταση ζωής;

Πάντως ακόμα είναι εκεί αυτό μου έμεινε σήμερα.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Ημέρα Πρώτη

Κοιτάζω έξω απο το παράθυρο. Όλα μοιάζουν γνώριμα. Δένδρα πράσινα στημένα κατά σειρά. Αναρωτιέμαι αν μπήκε ποτέ κανείς στον κόπο να τα ποτίσει και να τους δώσει ονόματα. Να αυτό απέναντι μου θα το ονόμαζα Αχχιλέα. Έχει μια στάση παλικαρίσια και μου θυμίζει τα νιάτα μου. Τότε που ήμουνα και εγώ ένα παλικάρι, τίμιο, γεμάτο αυτοπεποίθηση και όνειρα, φιλοδοξίες. Δίπλα από τον Αχχιλέα είναι ο Σιμών. Έχει εξωτική ομορφιά και καθόλου κουκουνάρια. Όμορφος εκθαμποτικός, κύριος με τα όλα του. Κάποτε του έμοιαζα. Κάποτε ήμουνα και εγώ κύριος με τα όλα μου. Με βλέπανε και υποκλίνονταν στον πρίγκιπα με σεβασμό με εκτήμηση. Αγαπούσανε το παλικάρι με την καθαρή καρδιά. Και τώρα ; Φτύνουν το παλικάρι της φακής.

Σκέψεις τέλος τα τηλέφωνα κτυπάνε. Πρώτη μέρα στη δουλειά μετά απο 2 βδομάδες άδεια. Λυσσάξανε όλοι λες και σε μια μέρα λύνεις όλα σου τα προβλήματα. Δωσε λίγο αέρα να αναπνεύσω..Λίγο όχι πολύ.

Πρώτη μέρα στη δουλεία , ταιλευταία μέρα του πρασίνου.
Μόλις μας ειδοποίησανε πως θα σκοτώσουν τον Αχχιλέα και τον Σιμών.